Τοπωνύμια Κάμπου Θεσσαλονίκης

23/03/2017Νέα

Του Κώστα Βουδούρη, αρχαιολόγου, υποψήφιου διδάκτορα στην Σχολή Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών ΑΠΘ

Ως  τοπίο μπορεί να θεωρηθεί  ένας τόπος που “βιώνεται” από μία συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Η σχέση των χρηστών  ενός τόπου κι αντιστοίχως ενός τοπίου δημιουργεί κοινωνικές πρακτικές και οικονομικές διαδικασίες, πολιτισμικές εκδοχές και δομές. Έτσι,  στην  συλλογική και ατομική μνήμη εδραιώνεται ανάμεσα στ’ άλλα ένα υπόστρωμα “σημάτων” ενός τόπου που αποτελούν αναφορές του βιωμένου  χώρου και χρόνου, όπως και ατομικών η συλλογικών δράσεων[1]. Τα σήματα αυτά, δηλαδή τα τοπωνύμια, αποτελούν ουσιαστικά μια προβολή του παρελθόντος στο παρόν, σπαράγματα κοινωνικών δράσεων και ιστορικών μεταβολών, αλλά  ακόμη και γεωμορφολογικών μεταβολών που συντελέστηκαν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Ακόμη, για τον Ι.Α. Θωμόπουλο, “Τα τοπωνύμια και προσωνύμια δεν είναι  ένα τυφλό γλωσσικό υλικό, αλλά ονόματα που κρύβουν μέσα τους πληροφορίες ιστορικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, τοπογραφικές και γεωγραφικές, εθνολογικές, λαογραφικές και άλλες”[2].

Υπό την οπτική αυτή, παρατηρείται μία παντελής έλλειψη της μελέτης των τοπωνυμίων στον Κάμπο της Θεσσαλονίκης και πιο συγκεκριμένα σε αυτά που σχετίζονται με τον αγροτικό  χώρο της Χαλάστρας. Για την παρούσα έρευνα, θα αξιοποιηθούν αρχικά δημοσιευμένοι χάρτες των αρχών του 20ου αιώνα, επιδιώκοντας μία  σύγκριση μεταξύ των τοπωνυμίων και των αλλαγών που προέκυψαν  σε  χάρτες όταν η περιοχή του Κάμπου της Θεσσαλονίκης  ήταν τμήμα του Οθωμανικού κράτους και των αλλαγών  που προέκυψαν  στα τοπωνύμια  σε χάρτες με έκδοση υπό Ελληνική Διοίκηση.

Παράλληλα με την σύγχρονη καταγραφή των τοπωνυμίων από προφορικές μαρτυρίες και τη γνώση των κατοίκων μιας περιοχής, η καταγραφή των τοπωνυμίων μιας γεωγραφικής ή διοικητικής ενότητας από παλαιότερες πηγές ή άλλο αρχειακό υλικό,  μπορεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την περιοχή, υπό το φως των ερμηνειών αυτών των  τοπωνυμίων, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη δοκιμασία παγιωμένων απόψεων.

Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αντίδραση του διδασκάλου Αθαν. Κράββα στην μετονομασία της κοινότητας  Κουλιακιάς (Βασ. Διάταγμα, 28-6-1918, ΦΕΚ Α΄ 152/1918)  σε Χαλάστρα το 1926 (Βασ. Διάταγμα 9-2-1926): «…η δε μετονομασία βραδύτερον κατά το 1926, υπό της επιτροπής τοπωνυμιών εις Χαλάστρα είναι εις άκρον άστοχος και πεπλανημένη. Διότι ναι μεν αναφέρεται κάποια Χαλάστρα, αλλά εις τους προϊστορικούς χρόνους, υπό του Ηροδότου. Την εποχήν όμως εκείνην Κουλιακιά δεν υπήρχε, η δε τοποθεσία ένθα σήμερον ευρίσκεται η κοινότης αύτη, ορισμένως αν δεν ήτο θάλασσα θα ήτο βάλτος ακατοίκητος.  Ώστε Χαλάστρα  δεν ήτο η σημερινή Κουλιακιά η οποία πρέπει να μείνει με την ονομασίαν αυτήν, η οποία δια των αιώνων εξελληνίσθη και καθόλου δεν  φαίνεται κακόηχος και ξενόφωνος»[3].

Σ’ αυτό το σημείο καθίστανται πολύ χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα μιας αρχικής ελάχιστης  έρευνας για την εξέλιξη του τοπωνυμιακού αποθέματος στο χώρο που συμπεριλαμβάνεται  από τους σημερινούς οικισμούς του Καλοχωρίου, της Σίνδου, του Ανατολικού, της Χαλάστρας, των Κυμίνων και των Ν.Μαλγάρων.  Με αφετηρία δύο χάρτες, ο ένας του έτους 1928 κι ο άλλος του 1936, που προέρχονται από την ψηφιακή χαρτοθήκη του Αρχείου Χαρτογραφικής Κληρονομιάς (ΓΑΚ-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας) (www.maplibrary.gr), πραγματοποιήθηκε  μία καταγραφή των  τοπωνυμίων, όπως με σημαντική πληρότητα καταγράφονται στους χάρτες αυτούς (Πίνακες 1 και 2). Με επιπρόσθετο δεδομένο, ότι κατά το έτος 1926, όλοι οι οικισμοί εξελληνίζονται ως προς τις επίσημες ονομασίες τους, η καταγραφή αυτή καταδεικνύει τον βαθμό των σλαβικών και οθωμανικών  επιρροών στην τοπωνυμική ονοματοθεσία στην περιοχή  σ’  ένα  περιβάλλον μίξης πολιτισμικών, θρησκευτικών, κοινωνικών καταβολών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των ιδεολογικών και πολιτικών προαπαιτούμενων για την εδραίωση της ελληνικής κρατικής υπόστασης.  Από την έκδοση του  χάρτη 4389[4] του 1928, στον 4398[5] χάρτη του 1936, δεν μεσολαβεί, ούτε καν μία δεκαετία. Κάνοντας μία απλή σύγκριση για τις  τοπωνυμικές αλλαγές μεταξύ των δύο αυτών χαρτών, παρατηρούμε τα εξής:

Α. Στο Καλοχώρι, δεν  υφίσταται πλέον η ονομασία Γασκάρκα για τον οικισμό του Καλοχωρίου. Από τα άλλα τρία τοπωνύμια του χάρτη του 1928, μόνο  η Κάτω Πορίτσα υπονοεί την συνέχεια του τοπωνυμίου  Πυρίτσα, χωρίς να παραβλέπουμε την ύπαρξη ενός απλού ορθογραφικού ή φωνητικού  λάθους.

Θεσσαλονίκη και περίχωρα, Άγιον Όρος, έκδοση εφημερίδας Πρωΐα, 1:154.000, 1936.
ΓΑΚ-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας. Συλλογή Σάββα Δεμερτζή

Στη Σίνδο, διατηρούνται 5 τοπωνύμια από  11 του 1928 (Τεκελή Τάσι ως Τεκελή Τας,  Μπος Μποστάνι, Μπερνιές, Παληομάνα Μεριάς και Παναγιώτικα ενώ προστίθενται  7 νέα τοπωνύμια.

Για τον οικισμό της Χαλάστρας, διατηρείται η συντριπτική πλειοψηφία των τοπωνυμίων.

Στους δύο αυτούς χάρτες εμφανίζονται  τα τοπωνύμια των εξαφανισμένων οικισμών, που ουσιαστικά αποτελούσαν μικρούς οικισμούς τούρκικων τσιφλικιών δηλαδή της Λάπρας, του Μαμωτά του Μαμούτοβο, της Κολοπάντζας και του Κάτω Καβακλί.

Β.  Τα τοπωνύμια αποτελούν ειδικά ονόματα, που δίνουμε σε τμήματα γης ή θάλασσας, ποτάμια και λίμνες, βουνά, αλλά και οικισμούς. Σ ‘αυτά μπορούμε να επιχειρήσουμε ετυμολογική ερμηνεία ή ακόμη ώστε να εξάγεται ένα συγκεκριμένο νόημα. Ακόμη, μια πιο  επίμονη ματιά στα τοπωνύμια και όπως και αυτά  της περιοχής του Κάμπου της Θεσσαλονίκης, μπορεί να καταδείξει κρυμμένες ιστορίες του τόπου, επιμειξίες  πολιτισμών, γεωφυσικά φαινόμενα και γεωμορφολογικές αλλαγές, μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και τη θέση παλαιών οικισμών που πλέον δεν υφίστανται. Παλαιά επαγγέλματα ή κοινωνικές εκδηλώσεις και διεργασίες. Μας διασώζουν πολλές λέξεις και γλωσσικές μορφές, οι οποίες μας είναι παντελώς άγνωστες από άλλες πηγές ή μας επιβεβαιώνουν σπάνιους γλωσσικούς τύπους.

Ένα από τα τοπωνύμια  νότια του οικισμού της Χαλάστρας είναι (ο) Βύσος. Εμφανίζεται και στους δύο χάρτες, που προαναφέρθηκε,  στην ίδια ακριβώς θέση. Όμως, κυριολεκτικά η ετυμολογία της είναι και σπάνια και ενδιαφέρουσα, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι ήταν σε χρήση κατά την φάση χαρτογράφησης της  περιοχής. Η λέξη βύσος απαντά στα λεξικά με τους εξής δύο τύπους:

  1. βῆσσα, η (δωρ. τ. βᾱσσα)
  • βῆσσα, Δωρ. βᾶσσα, , φαράγγι πολύδεντρο, δρυμώδης κοιλάδα, στον Όμηρο,[6],[7]

Ομηρ. Ηλιάδα. 3.34

ς δ τε τίς τε δράκοντα δν παλίνορσος πέστη
ορεος ν βήσσς, πό τε τρόμος λλαβε γυα,
35
ψ δ νεχώρησεν, χρός τέ μιν ελε παρειάς,
ς ατις καθ μιλον δυ Τρώων γερώχων
δείσας τρέος υἱὸν λέξανδρος θεοειδής

 

Ομηρ. Ηλιάδα. 18.588

ν δ νομν ποίησε περικλυτς μφιγυήεις
ν καλ βήσσ μέγαν οἰῶν ργεννάων,
σταθμούς τε κλισίας τε κατηρεφέας δ σηκούς

 

Ομηρ. Oδ. 19.435

έλιος μν πειτα νέον προσέβαλλεν ρούρας
ξ καλαρρείταο βαθυρρόου κεανοο,
ο δ ς βσσαν κανον πακτρες: πρ δ ρ ατν
χνι ρευνντες κύνες ϊσαν, ατρ πισθεν
υέες Ατολύκου: μετ τοσι δ δος δυσσες
ϊεν γχι κυνν, κραδάων δολιχόσκιον γχος.

 

Ομηρ. Oδ. 10.210

β δ έναι, μα τ γε δύω κα εκοσ ταροι
κλαίοντες: κατ δ μμε λίπον γοόωντας πισθεν.
ερον δ ν βήσσσι τετυγμένα δώματα Κίρκης
ξεστοσιν λάεσσι, περισκέπτ ν χώρ:
μφ δέ μιν λύκοι σαν ρέστεροι δ λέοντες,
τος ατ κατέθελξεν, πε κακ φάρμακ δωκεν.

  • είδος ποτηριού που είναι πλατύ στο κάτω μέρος και στενό στο επάνω[8].
  • Ενώ συναντάται και ο τύπος Βέσσα, (η), που σημαίνει κι εδώ ομοίως “βαθειά  μικρή χαράδρα με πλούσια χλωρωσιά”[9].

 

 

  1. Βύσσος
  • Εκτός από το μετάξι, που είναι μία από τις πιο πολύτιμες ίνες ζωικής προέλευσης, υπάρχει και ένας άλλος εξαιρετικά σπάνιος τύπος μεταξιού, γνωστός ως “μετάξι της θάλασσας”, η βύσσος, ο οποίος παράγεται από ένα υγρό που εκκρίνει η πίνα (Pinna Nobilis), ένα όστρακο που μοιάζει με τεράστιο μύδι. Για τους αρχαίους Αιγύπτιους, τους αρχαίους Έλληνες αλλά και τους Ρωμαίους, η βύσσος ήταν η εκλεκτότερη υφαντική ύλη, κυρίως εξαιτίας της ιδιότητας της να λάμπει στον ήλιο, ενώ ενδεικτικό της μοναδικότητάς της είναι το ότι αναφέρεται ακόμα και στην περίφημη Στήλη της Ροζέτα [10].
  • Βύσσος ονομάζεται και το λεπτό υποκίτρινο λινάρι, κυρίως αυτό από την  Ινδία ή την Αίγυπτο[11], όπως επίσης και το ύφασμα που παράγεται  απ΄ αυτό[12]. Στην αρχαία Αίγυπτο, με ύφασμα από βύσσο τύλιγαν τις μούμιες. Στην Ελλάδα η βύσσος έγινε γνωστή από τους Φοίνικες και ιδιαίτερα καλλιεργήθηκε  στην περιοχή της Ηλείας[13].
  • Επίσης, Βύσσος  είναι «είδος βοτάνης, εξ ού και τα απ’αυτής βαπτόμενα ιμάτια, βύσσινα λέγονται»[14].
  • Ακόμη, συναντάται ο τύπος βυσσός < ποιητικός τύπος του βυθός. Πρόκειται για ιωνικό τύπο του βάθους=βυθός, ο πυθμένας της θάλασσας[15], άβυσσος.

Επομένως, υπάρχουν γενικώς  τρείς  εκδοχές για την ετυμολογία του  τοπωνυμίου  Βύσος, όπως γραμματικά αποτυπώνεται  στους δύο προαναφερόμενους χάρτες. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι το προαναφερόμενο τοπωνύμιο, που στους χάρτες εμφανίζεται ως Βύσος με ένα (σ) κι  όχι ως Βήσος, ακόμα και σε γραμματική απόδοση με ένα (σ), αποτελεί  κατά τη γνώμη του γράφοντος μια   βιαστική απόδοση-μεταγραφή  των συντακτών των χαρτών, της προφορικής παράδοσης της Κουλιακιάς (Χαλάστρας), η οποία διατηρήθηκε ισχυρή και αναλλοίωτη, ουσιαστικά μέχρι τις αρχές του ’70, όσον αφορά τα τοπωνύμια αυτά. Έτσι, οι εκδοχές αυτές είναι:

  • Βήσσα, ως κοιλάδα ή χαράδρα με πυκνή βλάστηση
  • Βύσσος,η, είναι, 1. Το ινδικό λινάρι, που απ’ αυτό  παράγονταν κλωστές για πολύ λεπτά υφάσματα αλλά και 2.  βυσσός : ποιητικός τύπος του βυθός, ο πυθμένας θάλασσας.
  • και η βύσσος, η πίνα της θάλασσας, από την οποία παράγεται ένας σπάνιος τύπος μεταξιού.

Σύμφωνα με τις παραπάνω ετυμολογίες, προκύπτουν τρείς  εκδοχές προέλευσης του τοπωνυμίου Βύσος  στην Χαλάστρα, το οποίο, όπως εμφανίζεται και στους δύο χάρτες, συναντάται στα νότια και πολύ κοντά στον οικισμό.

Η πρώτη να προέρχεται από τη λέξη βύσσος, που είναι  λεπτό κιτρινωπό λινάρι. Όμως, πότε και πως προέκυψε τέτοια καλλιέργεια  στις εκβολές του Αξιού ή και του Εχέδωρου; Αυτό, όχι μόνον δεν τεκμηριώνεται από καμιά ιστορική πηγή,  ώστε να αφήσει το λεκτικό του αποτύπωμα σε μεταγενέστερες γενιές, αλλά αντίθετα, οι πηγές είναι συγκεκριμένες: η βύσσος καλλιεργούνταν στην περιοχή της Ηλείας  και καμιά αναφορά δεν γίνεται σε καλλιέργεια του στον Μακεδονικό  χώρο. Επιπλέον, με το δεδομένο ότι η συγκεκριμένη περιοχή, όπου σήμερα εντοπίζεται το τοπωνύμιο αποτελούσε κατά τους αρχαίους  ιστορικούς χρόνους (Struck, 1908; Hammond 1995; Bindciff,1976; Ghilardi κα,2008,2010) είτε τμήμα θάλασσας είτε βρισκόταν σε βάλτους, η προέλευση του τοπωνυμίου αυτού από την Βύσσο, ως λινάρι καθίσταται  απίθανη. Όμως , η πιθανότητα το τοπωνύμιο αυτό να απηχεί μία παράδοση της χρήσης του ποιητικού ιωνικού τύπου βυσσός, με την ερμηνεία του βυθός, παρότι δεν μπορεί  αρχικά να αποκλειστεί,  κι αυτή η ερμηνεία δύσκολα μπορεί ν’ αποδοθεί σ αυτόν τον γραμματικό τύπο.

Η  δεύτερη εκδοχή προέλευσης από το βῆσσα, Δωρ. βᾶσσα, ἡ, φαράγγι πολύδεντρο, δρυμώδης κοιλάδα, φαίνεται ότι είναι πιο πιθανή. ¨Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, απαντάται στον Όμηρο, 1. «οὔρεος ἐν βήσσῃς» Il.3.34, 2. «ἐν καλῇ βήσσῃ» 18.588, 3. cf. Od.19.435; «κοίλη δ’ ὑποδέδρομε βῆσσα τρηχεῖα»[16]. Όμως, πως  μπορεί να συσχετισθεί ερμηνευτικά-ετυμολογικά το  σημερινό τοπωνύμιο Βύσος με το «πολύδεντρο φαράγγι ή δρυμώδη κοιλάδα»; Μία ισχυρή ένδειξη για την προέλευση του τοπωνυμίου Βύσος από το βῆσσα, Δωρ. βᾶσσα,  προέρχεται απ την αφήγηση της Αννας Κομνηνής στην Αλεξιάδα. Σ’ αυτήν, η Άννα Κομνηνή, με αφορμή την εκστρατεία του πατέρα της Αλέξιου Κομνηνού, που ενώ  ήταν ακόμη εικοσάχρονος κατείχε ήδη τα αξιώματα του νωβελίσσιμου και του μεγάλου δομέστικου, εναντίον του  Δούκα του Δυρραχίου (Επιδάμνου)  Νικηφόρου Βασιλάκη (Βασιλάκιου),  ο οποίος στασίασε εναντίον του αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη (1078-1081), περιγράφει την μάχη που διεξήχθη στον Κάμπο της Θεσσαλονίκης γύρω από τον Αξιό ποταμό.

Καὶ καταλαμβάνει δῆτα τὸν ποταμὸν Βαρδάριον· οὕτω γὰρ ἐγχωρίως αὐτὸν ὀνομάζουσι. Ῥεῖ μὲν γὰρ ἄνωθεν ἀπὸ τῶν ἐγγύθεν τῆς Μυσίας ὀρῶν, παραμείβων δὲ πολλοὺς μεταξὺ τόπους καὶ διορίζων πρός τε τὴν ἕω καὶ τὴν ἑσπέραν τά τε Βερροίᾳ καὶ τὰ Θεσσαλονίκῃ προσήκοντα ἐκδίδωσιν εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς καὶ νοτίαν θάλασσαν. Πάσχουσι δὲ οἱ μέγιστοι τῶν ποταμῶν τοιοῦτόν τι. Ἐπειδὰν διὰ τῆς προσχώσεως ἀνάστημά τι ἀξιόλογον ἐπιφορήσωσι γῆς, τότε δὴ ἐπὶ τὰ κατάρροπα ῥέουσιν ὥσπερ δὴ μεταμείβοντες τὰς πρώτας κοίτας αὐτῶν, καὶ τὴν μὲν παλαιὰν καταλείπουσι πάροδον διάκενον ὑγροῦ καὶ χηρεύουσαν ὕδατος, ἣν δὲ νῦν διοδεύουσιν, ἐμπιπλῶσι ῥευμάτων πολλῶν. 1.7.4 Τούτων οὖν τῶν δυεῖν παρόδων, τῆς τε παλαιᾶς χαράδρας καὶ τῆς ἄρτι γενομένης πορείας, τὸ μεταξὺ θεασάμενος ὁ στρατηγικώτατος οὗτος Ἀλέξιος καὶ ἐμὸς πατήρ, καὶ τὸν μὲν ὁλκὸν τοῦ ποταμοῦ ὡς ἀσφάλειαν θέμενος ἐκ θατέρου, τῇ δὲ παλαιᾷ διόδῳ ἤδη φάραγγι γεγονυίᾳ ἐκ τῆς τοῦ ῥεύματος ἐπιρροίας καθάπερ αὐτοφυεῖ ἀποχρησάμενος διώρυχι ἐστρατοπέδευσεν, οὐ πλεῖον τῶν δυεῖν ἢ τριῶν σταδίων ἀλλήλων ἀποδιεστηκότων[17].

Από το παραπάνω απόσπασμα αντλούμε μεταξύ των άλλων και   τις εξής πληροφορίες:

  • Ο,τι ο Αξιός (Βαρδάριος-Βαρδάρης) κατά το έτος 1078, είχε ήδη προ πολλού αλλάξει ακόμη μία φορά την κοίτη του

Ἐπειδὰν διὰ τῆς προσχώσεως ἀνάστημά τι ἀξιόλογον ἐπιφορήσωσι γῆς,”,

  • κι ό,τι η παλαιά κοίτη “ τῆς τε παλαιᾶς χαράδραςείχε μετατραπεί σε φαράγγι “ τῇ δὲ παλαιᾷ διόδῳ ἤδη φάραγγι γεγονυίᾳ”.

Γίνεται σαφές  από την γραπτή διήγηση της Αννας Κομνηνής  ότι σε προγενέστερες περιόδους, λόγω των αλλαγών διεύθυνσης της κοίτης του Αξιού, μπορεί να χρησιμοποιείτο η λέξης Βήσσα με την μετατροπή της σε Βήσ(σ)ος, υπό την ερμηνεία του φαραγγιού. Ταυτόχρονα,  παραλαμβάνοντας την φωνητικά από τους κατοίκους της περιοχής, οι συντάκτες αυτών των χαρτών  την μετέτρεψαν σε Βύσος,  δίχως περαιτέρω λεπτομερειακή  έρευνα για την ερμηνεία της.  Στην εκδοχή αυτή, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή  η ύπαρξη  ενός τέτοιου γραμματικού-ετυμολογικού τύπου που επιβίωσε ακόμη και  μέχρι την δεκαετία του ’50  στην Χαλάστρα. Καταδεικνύει με σαφήνεια μια συνέχεια και στενή συγγένεια μιας  παράδοσης στην περιοχή για το  φυσικό περιβάλλον, που με εκκίνηση τους κλασικούς χρόνους, διατέμνει την βυζαντινή παράδοση και παραδίδεται  δια μέσω των Οθωμανικών χρόνων σε χάρτες, έκδοσης της πρώτης ελληνικής διοίκησης, όπου πλέον και ο Κάμπος της Θεσσαλονίκης είναι τμήμα του ελληνικού κράτους.

Θεσσαλονίκη και περίχωρα, Άγιον Όρος, έκδοση εφημερίδας Πρωΐα, 1:154.000, 1936.
ΓΑΚ-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας. Συλλογή Σάββα Δεμερτζή

Όσον αφορά την τρίτη εκδοχή προέλευσης, την Βύσσο της θάλασσας ή αλλιώς πίνα, είναι αλήθεια ότι και  υπήρξε στο θαλάσσιο περιβάλλον του Θερμαϊκού κόλπου αυτό  το σαν μύδι, μεγάλο όστρακο και φαίνεται ότι ακόμη υπάρχει. Όμως, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό μιας και ποτέ δεν αλιεύονταν συστηματικά, πόσο μάλλον η χρήση του  για την δημιουργία του «μεταξιού της θάλασσας». Ακόμη, το να υπήρξε κάποτε στην περιοχή, που σήμερα εντοπίζεται το τοπωνύμιο Βύσος, κάποια θαλάσσια έκταση  όπου υπήρχαν μεγάλες ποσότητες του βύσσου, της σύγχρονης πίνας δηλαδή, κι αυτό να άφησε το  αποτύπωμα του ως τοπωνύμιο, χωρίς να αποκλείεται, φαντάζει υπερβολικό.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές μπορεί να προταθεί η ερμηνεία-ετυμολογία του τοπωνυμίου Βύσος της χαρτών του 1928 και 1936, ότι προέρχεται από το βῆσσα, Δωρ. βᾶσσα, ἡ, φαράγγι πολύδεντρο, δρυμώδης κοιλάδα, γεγονός που καθιστά πολύ ενδιαφέρουσα την συνέχιση της έρευνας και σε άλλα επίπεδα, εκτός αυτής των Τοπωνυμίων.

  1. Όμως, η έρευνα και για το τοπωνύμιο Κολοκυθιά απέδωσε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Η «Κολοκυθιά», ως «Κουλουκθά» στην τοπική ομιλούσα, ορίζεται κι αυτή στα νότια σε συνέχεια του Βύσου με κατεύθυνση νοτιοανατολική, πολύ κοντά στον οικισμό της Χαλάστρας. Είναι, όμως, ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το τοπωνύμιο αυτό συναντάται σε οθωμανικό έγγραφο της Μονής Ξηροποτάμου[18]. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, μετεγγραμμένο από τον συντάκτη της διδακτορικής διατριβής, ο Ahmed, ιδιοκτήτης της έκτασης και πιθανόν απόγονος του Evrenos Bey των Γιαννιτσών, παραχωρεί κατ’ αποκοπή στην Μονή Ξηροποτάμου, την τοποθεσία Καλογερικό ή Καμένη Κολοκυθιά, στο νησί του Βαρδάρη, μέσα στο σύνορο του χωριού Κουλακιά (Kulike),των βακουφιών του Evrenos Bey, για την βόσκηση των βουβαλιών και των φοράδων της, αλλά όχι  για αιγοπρόβατα, καταβάλλοντας ετήσια το ποσόν των 40 άσπρων. Όμως, τα αποτελέσματα γύρω από το τοπωνύμιο αυτό, γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα με την υπόμνηση της ημερομηνίας του εγγράφου που, είναι 29 Ιανουαρίου-6 Φεβρουαρίου 1494.  Μέχρι σήμερα, οι  διαθέσιμες γραπτές πηγές για την Κουλακιά, τεκμηρίωναν την ύπαρξη του οικισμού της στα τέλη του 17ου αιώνα και κυρίως στα μέσα του 18ου. Η μαρτυρία αυτή  δίδει καινούργια στοιχεία για την ύπαρξη του οικισμού της Κουλακιάς κατά τους Οθωμανικούς χρόνους. Σε συσχέτιση δε, με άλλες πηγές, μη διερευνημένες  ακόμα σε όλη τους την έκταση,  τεκμηριώνει την ύπαρξη του με βεβαιότητα κατά την βυζαντινή περίοδο, γεγονός που μπορεί να υπονοούνταν μέχρι τώρα, ποτέ όμως δεν είχε γίνει κατορθωτό να τεκμηριωθεί. Έτσι, η ύπαρξη του οικισμού κατά το έτος 1494 σ’ αυτό το έγγραφο, καταδεικνύει την αλήθεια της προφορικής παράδοσης για τις κατακτήσεις του Ebrenos Bey και τα όρια της δικαιοδοσίας του, κατά την φάση  επέκτασης των κατακτήσεων του. Σύμφωνα με αυτήν την προφορική παράδοση την οποία παραδίδει ο Felix  Beaujour[19], ο σουλτάνος Μουράτ Β΄, θέλοντας να ανταμείψει γενναιόδωρα τον στρατηγό του, Χατζή-Εβρενός για την επιτυχή κατάκτηση της Μακεδονίας, του απέδωσε όλην εκείνη την περιοχή που έφιππος θα διέτρεχε από την μια αυγή στην άλλη. Ο Εβρενός ξεκινώντας απ’ τα Γιαννιτσά, πήγε νότια και ξαναγυρίζοντας βόρεια, διέγραψε ένα κύκλο και σταμάτησε στην Κουλακιά, μικρή κωμόπολη στην αριστερή όχθη του Βαρδάρη, τέσσερις λεύγες από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, πέταξε το τοπούζι σα να ήθελε να καθορίσει τα όρια των νέων κτήσεων.  Είχε ήδη διατρέξει 96 χωριά και θα είχε φθάσει ακόμα και στην Θεσσαλονίκη, αν δεν τον είχε ξεγελάσει το κακάρισμα ενός πετεινού, που πρόωρα  είχε αναγγείλει την αυγή της μέρας.  Η παραχώρηση της περιοχής αυτής, συνοδεύονταν και με  άλλα προνόμια προς την ένδοξη οικογένεια των Εβρενών.

Συμπερασματικά, μέσω της έρευνας δύο τοπωνυμίων  της αγροτικής περιοχής της Χαλάστρας, όπως αυτά αποτυπώνονται στους 4389 και 4398 χάρτες του Αρχείου Χαρτογραφικής Κληρονομιάς (ΓΑΚ-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας) και βρίσκονται σε συμφωνία με την προφορική παράδοση στην Χαλάστρα, έγινε κατορθωτό να ερευνηθούν περαιτέρω  και να ερμηνευθούν στοιχεία της γεωμορφολογίας αλλά και του γενικότερου φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής. Επίσης, δόθηκε η δυνατότητα  να διατυπωθούν ερευνητικές προτάσεις και προοπτικές  για ιστορικές περιόδους για τις οποίες υφίστανται μεγάλα κενά βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης, όπως επίσης και συσχετίσεις με ιστορικά γεγονότα αλλά και προφορικές παραδόσεις.

Η έρευνα γύρω από το τοπωνύμιο Βύσος των χαρτών, είτε στην δωρική της εκδοχή ως Βήσσα, είτε στην ιωνική ως Βύσσος αλλά και για το τοπωνύμιο Κολοκυθιά, μπορεί να αποτελέσει την εκκίνηση για ένα νέο ερευνητικό πεδίο στην περιοχή, με το δεδομένο της έλλειψης οποιασδήποτε ευρείας και τεκμηριωμένης μελέτης για τους αρχαίους οικισμούς στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Επιπλέον, τα ερευνητικά αποτελέσματα του τοπωνυμίου Κολοκυθιά, τεκμηριώνοντας  την ύπαρξη του οικισμού της Κουλακιάς κατά το έτος 1494,  εβδομήντα περίπου χρόνια μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, κατέδειξαν νέα στοιχεία και δεδομένα γι’ αυτό που στην Βυζαντινή γραμματεία περιγράφεται ως οικισμοί στον κάμπο δυτικά της Θεσσαλονίκης, δίδοντας πλέον νέα ώθηση και δυναμική στο κεφάλαιο της έρευνας και  διατύπωσης της τοπικής ιστορίας.

 

ΠΙΝΑΚΕΣ

Πίνακας 1. Κατάλογος τοπωνυμίων σε χάρτη του έτους 1928

Πίνακας 2. Κατάλογος τοπωνυμίων σε χάρτη του έτους 1936

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Οικονόμου, Α. (2013). Τόπος, τοπίο, τοπωνύμιο. Θεωρητικά σχόλια με αφορμή εθνολογικά παραδείγματα. Εθνολογία. 15, 91-107.

[2] Ι.Α. Θωμόπουλος. (1958).  Τα τοπωνύμια μας- Τα προβλήματα τους και η αξία τους, Θεσσαλονίκη. σ.21

[3] Γαρίτσης, Κ. (2009). Η Κουλιακιά (Χαλάστρα Θεσσαλονίκης): Τεκμήρια  τοπικής ιστορίας της περιόδου 1869-1934 από ανέκδοτο χειρόγραφο του δασκάλου Αθανασίου  Κράββα. Αθήνα: [χ.ε.]. σ.1-2

[4] 4389. Θεσσαλονίκη, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, 1:200.000, 1928. Ψηφιακό αρχείο Εθνικής   Χαρτοθήκης. Συλλογή Σάββα Δεμερτζή

[5] 4398. Θεσσαλονίκη και περίχωρα, Άγιον Όρος, έκδοση εφημερίδας Πρωϊα, 1:154.000, 1936. Ψηφιακό αρχείο Εθνικής Χαρτοθήκης. Συλλογή Σάββα Δεμερτζή

[6] Liddell,H.,G.,Scott,R. (2009).  Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης,  Πελεκάνος, 2009

[7] http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc

[8] Liddell,H.,G.,Scott,R. (2009).  Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης,  Πελεκάνος, 2009

[9] Θωμόπουλος,Ι.,Α.(1958).Τα τοπωνύμια μας-Η αξία τους και τα προβλήματα τους, Θεσσαλονίκη  σ.51

[10] http://mobile.tovima.gr/Article.aspx?Id=734740

[11] Stefano,Enrico.(1833).Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσης, Paris σ.250

[12] http://greek_greek.enacademic.com

[13] http://www.kathimerini.gr/385214/article/politismos/arxeio-politismoy/ta-arxaia-mnhmeia-twn-   onomatwn

[14] Μάρκος Μουσούρος, Ετυμολογικόν το Μέγα, ήγουν η Μεγάλη Γραμματική, Λειψία 1856

[15] Liddell,H.,G.,Scott,R. (2009).  Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης,  Πελεκάνος

[16] http://perseus.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?p.11:13.LSJ

[17] Comnene,A., Alexiade : r`egne de l’empereur Alexis I Comn`ene, 1081-1118. Tome I, Livres I-IV,1989,p.29-30

[18] Κολοβός Η.,Α. (2000). Χωρικοί και Μοναχοί στην Οθωμανική Χαλκιδική, 15ος -16ος αιώνας: Τα Οθωμανικά έγγραφα του αρχείου της Μονής Ξηροποτάμου, Επιτομές 1439-1800, Θεσσαλονίκη: Διδακτορική Διατριβή, τομ.Γ, σ.19

[19] Μπωζούρ Φελίξ. (1974).Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1797). Αθήνα. σ.77-78

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γαρίτσης, Κ. (επιμ.) (2009). Η Κουλιακιά (Χαλάστρα Θεσσαλονίκης): Τεκμήρια τοπικής ιστορίας της περιόδου 1869-1934 από ανέκδοτο χειρόγραφο του δασκάλουΑθανασίου Κράββα. Αθήνα: [χ.ε.].

Θωμόπουλος, Ι.,Α. (1958). Τα τοπωνύμια μας: Η αξία τους και τα προβλήματα τους. Θεσσαλονίκη:[χ.ε.].

Κολοβός, Η.,Α. (2000). Χωρικοί και Μοναχοί στην Οθωμανική Χαλκιδική, 15ος -16ος αιώνας. Θεσσαλονίκη: Διδακτορική Διατριβή.

Μουσούρος, Μ.(1856).  Ετυμολογικόν το Μέγα, ήγουν η Μεγάλη Γραμματική. Λειψία: Οικονόμου, Α. (2013, 15 Μαΐου). Τόπος, τοπίο, τοπωνύμιο. Θεωρητικά σχόλια με αφορμή εθνολογικά παραδείγματα. Εθνολογία. 15, 91-107.

Μπωζούρ, Φ. (1974). Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος την Τουρκοκρατία,1787-1797. Αθήνα: Τολίδης.

Bintliff, J. (1976). The Plain of Western Macedonia and the Neolithic Site of Nea Nikomedeia. Proceedings of The Prehistoric Society. (42).

Comnene,A. (1989).  Alexiade: r`egne de l’empereur Alexis I Comn`ene, 1081-1118. Paris:

Stefano,En. (1833).Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσης, Paris:

Ghilardi, M., Genc, A., Syrides, G. & Bloemendal, J. (2010, 5 Ιανουαρίου).

Reconstruction of the landscape history around the remnant arch of the Klidhi Roman Bridge. Journal of Archaeological Science. 1, (37).

Ghilardi, M., Fouache, E., Queyrel, F. & Syrides, G. (2008, 8 Ιανουαρίου). Human occupation and geomorphological evolution of the Thessaloniki Plain

(Greece) since mid Holocene. Journal of Archaeological Science. 35, (1).

Hammond, N. (1995). Ιστορία της Μακεδονίας. Θεσσαλονίκη: Μαλιάρης

Παιδεία.

Liddell,H.,G.,Scott,R. (2009).  Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης. Αθήνα: Πελεκάνος.

Struck, A. (1908). Makedonische fahrten: Die makedonischen niederlande.

Sarajevo: A.Kalon.

 

Ιστοσελίδες

http://greek_greek.enacademic.com/30247/%CE%B2%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%BF%CF%82

http://www.kathimerini.gr/385214/article/politismos/arxeio-politismoy/ta-arxaia-mnhmeia-twn-onomatwn

language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/search.html?lq=%CE%B2%CE%AE%CF%83%CF%83%CE%B1

www.maplibrary.gr

http://mobile.tovima.gr/Article.aspx?Id=734740

http://perseus.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?p.11:13.LSJ

Καρποδίνη-Δημητριάδη, Ε. (2009). Πολιτιστική κληρονομιά του αγροτικού

χώρου και συλλογική ταυτότητα: οικοδομώντας την αειφόρο ανάπτυξη των αγροτικών κοινωνιών. Αθήνα: Prisma.Ανακτήθηκε 5 Μαρτίου, 2014, από

PRISMA Centre for Development StudiesΔικτυακός τόπος: cultural.prismanet.gr.

 

Εκτύπωση άρθρου